Αρχείο για 2008

06
Δεκ.
08

Το ανάθεμα του Βενιζέλου.

«Ημείς» οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους Αγγλογάλους του ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την προχθεσινήν νόταν είς την Ελλάδα, μόνον και μόνον δια να πικρανθεί ο λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον ΠΟΥΛΗΜΕΝΩΝ ΣΕΝΕΓΑΛΕΖΟΝ ΤΡΑΓΟΝ ΒΕΝΙΖΕΛΟΝ, τον ηθικόν αυτουργόν της πυρπολήσεως του Τατοΐου , τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων ας υπέστησαν οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράιγ.
Κατ’ αυτού όθεν του ΠΡΟΔΟΤΟΥ Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενοκήψωσι:
• Τα εξανθήματα του Ιώβ
• Το κήτος του Ιωνά
• Η λέπρα του Ιεχωβά
• Ο μαρασμός των νεκρών
• Το τρέμουλο των ψυχορραγούντων
• Οι κεραυνοί της κολάσεως
• Και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων.
«Τας ιδίας αράς θα αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗΝ Βενιζέλον και θα παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις όπως μαρανθώσιν αι χείρες, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφαθώσι τα ώτα».
Γένοιτο.
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

02
Δεκ.
08

Ο αφορισμός των αγωνιστών της επαναστάσεως

bigistoria-epanastasisΠΗΓΗ: » ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ » του George Finlay

Διαβάστε το κείμενο του αφορισμού των Αλεξάνδρου Υψηλάντη και Μιχαήλ Σούτσου ονομαστικώς και συμβουλεύει τους λοιπούς αγωνιστές του επαναστατικού κινήματος εις Μολδαυίαν να ξαναγίνουν πιστοί ραγιάδες «όπως όρισε ο Θεός». Σημειωτέον ότι το έγγραφο αυτό υπεγράφη από τον Γρηγόριο τον Ε’ και τους άλλους «αγίους» ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ώστε να προκαλή πραγματική φρίκη.

Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και Oικουμενικός Πατριάρχης.

Οι τω καθ’ ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποι τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και εντιμότατοι κληρικοί της καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης επαρχίας ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμήν και ειρήνη παρά Θεού, παρ’ ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρεσις.

Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ’ αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον την κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη’ όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τήθεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.

Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο, τε προδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών ως μηώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ’ ημάς τεταγμένης κραταίας βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ’ από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία’ από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς’ τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών.

Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας. Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της Ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των’ πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα’ επειδή, εν ω το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος της βδελυρίαν’ και προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα, υπομνήσας το βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών’ και τόσον εκ της ειδοποιήσεως τάυτης, όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία.

Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν θέλουν δώσει ευηκοιαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακόβουλων’ επειδή όμως είν’ ενδεχόμενον να σηνηρπάσθησάν τινές και παρασυρθώσι και άλλοι, διά τούτο προκαταλαμβάνοντες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημας ιερωτάτων συναδελφών, του μακαριωτάτου πατριάρχου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ’ εκάστου ρουφετίου προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητος των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση προς ημάς, οι δ’ εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους διοριζομένους παρ’ ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελαν φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος’ καθότι οι τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον. Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία’ καθότι η μετ’ ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ’ άπειρα ελέη, οπού απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας.

Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος’ ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν’ εξ εναντίας, η αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνέυματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας, και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς.

Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους του γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ’ οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε. Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και φωραθώσί τινες τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του ρεαγιαλικίου, κοντά οπού οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και οικτιρμών (μη γένοιτο, Χριστέ βασιλέυ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του κράτους του καθ’ ημών, και ο θυμός τής εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και επ’ ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού.

Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρέυει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς’ ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας’ ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος.

Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανατείνομεν, εαν μη βαδίσετε, εις όσα εν Πνέυματι αγίω αποφαινόμεθα δια του παρόντος εκκλησιαστικώς, εαν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εαν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν ενί λόγω, εαν καθ’ οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και τη δύναμει του πανάγιου Πνέυματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιεροσύνης και ιερωσύνης και το πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.

αωκα’ εν μηνί Μαρτίω.

Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και της μακαριότητός του και πάντων των συναδέλφων αγίων αρχιερέων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται
Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνεται
Ο καισαρίας Ιωαννίκιος
Ο Νικομηδείας Αθανάσιος
Ο Δέρκων Γρηγόριος
Ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος
Ο Βιζύης Ιερεμίας
Ο Σίφνου Καλλίνικος
Ο Ηρακλείας Μελέτιος
Ο Νικαίας Μακάριος
Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ
Ο Βερροίας Ζαχαρίας
Ο Δυδιμοτοίχου Καλλίνικος
Ο Βάρνης Φιλόθεος
Ο Ρέοντος Διονύσιος
Ο Κυζίκου Κωνστάντιος
Ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος
Ο Τουρνόβου Ιωαννίκιος
Ο Πισειδίας Αθανάσιος
Ο Δρύστας Άνθιμος
Ο Σωζοπόλεως Παίσιος
Ο Φαναρίου και Φερσάλων Δαμασκηνός
Ο Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος

13
Νοέ.
08

Τι μπορεί να κάνει κάποιος με 27 δις $ ; Κάτι μου θυμίζει αυτό το ποσό.

Πολλοί υπουργοί ελληνικών κυβερνήσεων αναρωτήθηκαν κατά καιρούς τι μπορεί κανείς να κάνει εάν έχει να διαθέσει μερικά δισεκατομμύρια δολλάρια ή ευρώ. Τελευταία η κυβέρνηση που εκπροσωπεί τον ελληνικό λαό υπάκουσε στις εντολές του ΔΝΤ, των G8, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Ecofin, της FED, των πολυεθνικών και όλων εκείνων των καλοθελητών (στο εξής οι «προστάτες») που θέλουν να μας διατηρούν χρεωμένους και κατά συνέπεια υποταγμένους.

(Σημείωση: εφόσον αυτοί είναι προστάτες των λαών, οι κυβερνήσεις, τα ΜΜΕ, οι θρησκείες που τους ατιπροσωπεύουν μπορούν να χαρακτηριστούν ιερόδουλες, ή πείτε τα όπως θέλετε, νταβατζήδες και πουτάνες λ.χ.)

Έτσι λοιπόν, όπως της υπαγόρευσαν της κυβέρνησης, πήρε το νόμο που ήδη είχαν γράψει και μεταφράσει στα ελληνικά οι παραπάνω προστάτες μας και ήρθαν και τον παρουσίασαν στον ελληνικό λαό. Ο νόμος έλεγε ότι οι τράπεζες που μέχρι τώρα κατάκλεβαν τους Έλληνες οδηγώντας τους στον υπερδανεισμό, δικαιούνται να αντλήσουν ρευστότητα ύψους 28 δις ΕΥΡΩ συνολικά από δυνάμεις κατέχουσες ρευστότητα – δηλαδή από ποιους άλλους; από τους προστάτες – για να μη χρεωκοπήσουν και δεν μπορούν μετά να χρηματοδοτήσουν τα γρανάζια της ελληνικής οικονομίας που υποφέρουν πραγματικά. Φυσικά οι εκπρόσωποι των επόμενων δυνητικά κυβερνήσεων δεν προέβαλαν καμία ουσιαστική αντίσταση επί της αρχής, απλώς υπέβαλλαν ενστάσεις επί ειδικών θεμάτων, έτσι απλά για στείρο αντιπολιτευτισμό.

ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ ΜΕ 27 ΔΙΣ ΔΟΛΛΑΡΙΑ; (ΠΕΡΙΠΟΥ 20 ΔΙΣ ΕΥΡΩ ΣΗΜΕΡΙΝΑ;)

Χρηματοδοτούν ένα κατασκευαστικό έργο στη μέση της ερήμου. Εκεί που το κλίμα δεν το αντέχουν ούτε οι κάκτοι. Εκεί που η θερμοκρασία κυμαίνεται από 5 έως 55 βαθμούς στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, που η ξηρασία διαδέχεται την αποπνικτική ατμόσφαιρα, εκεί που τα σωματίδια από την άμμο της ερήμου μπαίνουν στο λαιμό σου και φτύνεις λάσπη. Εκεί που τα πάντα είναι καλυμένα από μία κίτρινη σκόνη.

Σε αυτό το μέρος θα χτίσουν μία πόλη με έκταση σαν την Ουάσιγκτον όπου θα πάνε να ζήσουν άνθρωποι. Πόσοι; 1,4 εκατομμύρια !

Εκεί θα εργαστούν 500.000 άνθρωποι κατά το πιο δημιουργικό κομμάτι της ζωής και της καριέρας τους (30-50 ετών).

Εκεί θα αναπτυχθούν εταιρικές δράσεις, και θα δημιουργηθεί ανάπτυξη αειφόρα. Θα κατασκευαστεί πόλη που δε θα εξαρτάται από πετρέλαια και φυσικά αέρια. Που δε θα διαμορφώνει διπλωματία βάσει των ενεργειακών της εξαρτήσεων. Που θα έχει φωτοβολταϊκά πάρκα, ανεμογεννήτριες και σταθμούς εκμετάλλευσης γεωθερμικής ενέργειας για την κάλυψη όλων των ενεργειακών αναγκών των κατοίκων για να ζήσουν, να μεταφερθούν από το ένα σημείο στο άλλο, να εκτελέσουν τις δραστηριότητές τους.

(Ανάπτυξη αειφόρα είναι αυτή που δεν επιθυμούν οι προστάτες. Είναι η ανάπτυξη κατά την οποία δε θα χρειαστούμε την προστασία τους ποτέ ξανά.)

Εμείς γιατί δεν κατευθύνουμε αυτή τη ρευστότητα για να φτιάξουμε μία τέτοια πόλη; Κοστίζει 20000 δολλάρια για κάθε κάτοικο. Και μετά το κόστος ζωής είναι αμελητέο γιατί η ενέργεια θα κοστίζει ελάχιστα.

Μήπως δε θα έρθουν Άραβες, Αμερικάνοι, Αυστραλοί, Γερμανοί να αγοράσουν όσα σπίτια μείνουν απούλητα; Μήπως το κλίμα μας δεν είναι καλό;

Σήμερα μία μέση 4μελής οικογένεια, σε μία πόλη που δεν προσφέρει καμία υποδομή και καμία άνεση όπως η Αθήνα, με 20000 δολλάρια κατ’ άτομο (δηλαδή 80000 δολλάρια συνολικά) μπορεί να αγοράσει μία υπέροχη ημιϋπόγεια γκαρσονιέρα 35τ.μ. κατασκευής 1970 στα υπέροχα Πατήσια.

Διαβάστε λοιπόν τα παρακάτω δημοσιεύματα και αναρωτηθείτε:

Πόσο μπορεί να μας κοροϊδεύουν οι προστάτες και πόσο μπορεί υποταγμένες ιερόδουλες να είναι οι κυβερνήσεις μας που απομυζούν το σπέρμα του λαού μέχρι τελευταίας ρανίδος; Γιατί δε διεκδικούμε τα αυτονόητα; Γιατί έχουμε χρέος όσο το ΑΕΠ μας που δεν μπορούμε ποτέ να ξεπληρώσουμε;

Saudi Arabia: ‘King Abdullah Economic City’ launched

A New City in the Saudi Desert

Emaar – King Abdullah Economic City

07
Νοέ.
08

Quote of the day

«Rosa sat so Martin could march so Barack could run so our children can fly…»

18
Οκτ.
08

Αφίσα κατά παπάδων

Πηγη:
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

INDYMEDIA

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Την αντίδραση Ανθιμου και πιστών προκάλεσε η ανάρτηση αφίσας, σε κεντρικά σημεία της Θεσσαλονίκης, που κατακρίνει τους ρασοφόρους με αφορμή το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου. Ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κατήγγειλε εγγράφως το περιστατικό ζητώντας την παρέμβαση εισαγγελέα, επειδή «προσβάλλεται η Εκκλησία, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου».

Με μαύρα γράμματα σε κίτρινο φόντο η αφίσα (φωτογρ.) έχει κεντρικό τίτλο «Παπάδες απατεώνες δεν έχετε το θεό σας», υπέρτιτλο «εκκλησιαστική μαφία της Ελλάδος» και παραποιημένα τα σύμβολα της Ορθοδοξίας (δικέφαλο αετό με δολάριο στην κορόνα και ανάποδους σταυρούς). Φέρει την υπογραφή «Κατάληψη Φάμπρικά-Υφανέτ» και οι συντάκτες της αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στη υπόθεση της λίμνης Βιστονίδα, την εκκλησιαστική περιουσία, την απαλλαγή από τη φορολόγηση και τη μισθοδοσία από το κράτος.

Επίσης υπάρχουν μομφές κατά των προσώπων του μητροπολίτη Ανθιμου, των πολιτικών Ψωμιάδη και Παπαθεμελή, καθώς επίσης και κατά του κ. Ζουράρι.

Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, Δ. Παπαγεωργίου, ανέθεσε τη διερεύνηση της υπόθεσης στον εισαγγελέα Ποινικής Δίωξης Δ. Μητρουλιά.

Β.ΠΑΠ.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 17/10/2008

02
Οκτ.
08

Οι πραγματικοί τρομοκράτες

Πιέστε επί της εικόνας για να μεταφερθείτε στην καταχώρηση φίλου με τίτλο «The real terrorists».

30
Σεπτ.
08

The President and the Press


Ομιλία του Προέδρου των ΗΠΑ J.F. Kennedy σε δημοσιογράφους το 1961 με τίτλο «Ο Πρόεδρος και ο Τύπος». Καθορίζει τους όρους με τους οποίους θεωρεί ότι πρέπει να λειτουργεί ο Τύπος στην Αμερική, για να προστατέψει τους πολίτες από τον εχθρό που με έναν ακύρηκτο πόλεμο του επιτίθεται αμείλικτα με κάθε μέσο.
Ακόμα επίκαιρη η ομιλία ενός ανθρώπου που πλήρωσε με τη ζωή του για την τόλμη του να μιλήσει για πράγματα που από τότε λίγοι μιλούν. Μην περιμένετε τέτοιους πολιτικούς σήμερα…

The President and the Press: Address before the American Newspaper Publishers Association

President John F. Kennedy
Waldorf-Astoria Hotel
New York City, April 27, 1961

Listen to this speech

Mr. Chairman, ladies and gentlemen:

I appreciate very much your generous invitation to be here tonight.

You bear heavy responsibilities these days and an article I read some time ago reminded me of how particularly heavily the burdens of present day events bear upon your profession.

You may remember that in 1851 the New York Herald Tribune under the sponsorship and publishing of Horace Greeley, employed as its London correspondent an obscure journalist by the name of Karl Marx.

We are told that foreign correspondent Marx, stone broke, and with a family ill and undernourished, constantly appealed to Greeley and managing editor Charles Dana for an increase in his munificent salary of $5 per installment, a salary which he and Engels ungratefully labeled as the «lousiest petty bourgeois cheating.»

But when all his financial appeals were refused, Marx looked around for other means of livelihood and fame, eventually terminating his relationship with the Tribune and devoting his talents full time to the cause that would bequeath the world the seeds of Leninism, Stalinism, revolution and the cold war.

If only this capitalistic New York newspaper had treated him more kindly; if only Marx had remained a foreign correspondent, history might have been different. And I hope all publishers will bear this lesson in mind the next time they receive a poverty-stricken appeal for a small increase in the expense account from an obscure newspaper man.

I have selected as the title of my remarks tonight «The President and the Press.» Some may suggest that this would be more naturally worded «The President Versus the Press.» But those are not my sentiments tonight.

It is true, however, that when a well-known diplomat from another country demanded recently that our State Department repudiate certain newspaper attacks on his colleague it was unnecessary for us to reply that this Administration was not responsible for the press, for the press had already made it clear that it was not responsible for this Administration.

Nevertheless, my purpose here tonight is not to deliver the usual assault on the so-called one party press. On the contrary, in recent months I have rarely heard any complaints about political bias in the press except from a few Republicans. Nor is it my purpose tonight to discuss or defend the televising of Presidential press conferences. I think it is highly beneficial to have some 20,000,000 Americans regularly sit in on these conferences to observe, if I may say so, the incisive, the intelligent and the courteous qualities displayed by your Washington correspondents.

Nor, finally, are these remarks intended to examine the proper degree of privacy which the press should allow to any President and his family.

If in the last few months your White House reporters and photographers have been attending church services with regularity, that has surely done them no harm.

On the other hand, I realize that your staff and wire service photographers may be complaining that they do not enjoy the same green privileges at the local golf courses that they once did.

It is true that my predecessor did not object as I do to pictures of one’s golfing skill in action. But neither on the other hand did he ever bean a Secret Service man.

My topic tonight is a more sober one of concern to publishers as well as editors.

I want to talk about our common responsibilities in the face of a common danger. The events of recent weeks may have helped to illuminate that challenge for some; but the dimensions of its threat have loomed large on the horizon for many years. Whatever our hopes may be for the future–for reducing this threat or living with it–there is no escaping either the gravity or the totality of its challenge to our survival and to our security–a challenge that confronts us in unaccustomed ways in every sphere of human activity.

This deadly challenge imposes upon our society two requirements of direct concern both to the press and to the President–two requirements that may seem almost contradictory in tone, but which must be reconciled and fulfilled if we are to meet this national peril. I refer, first, to the need for a far greater public information; and, second, to the need for far greater official secrecy.

I

The very word «secrecy» is repugnant in a free and open society; and we are as a people inherently and historically opposed to secret societies, to secret oaths and to secret proceedings. We decided long ago that the dangers of excessive and unwarranted concealment of pertinent facts far outweighed the dangers which are cited to justify it. Even today, there is little value in opposing the threat of a closed society by imitating its arbitrary restrictions. Even today, there is little value in insuring the survival of our nation if our traditions do not survive with it. And there is very grave danger that an announced need for increased security will be seized upon by those anxious to expand its meaning to the very limits of official censorship and concealment. That I do not intend to permit to the extent that it is in my control. And no official of my Administration, whether his rank is high or low, civilian or military, should interpret my words here tonight as an excuse to censor the news, to stifle dissent, to cover up our mistakes or to withhold from the press and the public the facts they deserve to know.

But I do ask every publisher, every editor, and every newsman in the nation to reexamine his own standards, and to recognize the nature of our country’s peril. In time of war, the government and the press have customarily joined in an effort based largely on self-discipline, to prevent unauthorized disclosures to the enemy. In time of «clear and present danger,» the courts have held that even the privileged rights of the First Amendment must yield to the public’s need for national security.

Today no war has been declared–and however fierce the struggle may be, it may never be declared in the traditional fashion. Our way of life is under attack. Those who make themselves our enemy are advancing around the globe. The survival of our friends is in danger. And yet no war has been declared, no borders have been crossed by marching troops, no missiles have been fired.

If the press is awaiting a declaration of war before it imposes the self-discipline of combat conditions, then I can only say that no war ever posed a greater threat to our security. If you are awaiting a finding of «clear and present danger,» then I can only say that the danger has never been more clear and its presence has never been more imminent.

It requires a change in outlook, a change in tactics, a change in missions–by the government, by the people, by every businessman or labor leader, and by every newspaper. For we are opposed around the world by a monolithic and ruthless conspiracy that relies primarily on covert means for expanding its sphere of influence–on infiltration instead of invasion, on subversion instead of elections, on intimidation instead of free choice, on guerrillas by night instead of armies by day. It is a system which has conscripted vast human and material resources into the building of a tightly knit, highly efficient machine that combines military, diplomatic, intelligence, economic, scientific and political operations.

Its preparations are concealed, not published. Its mistakes are buried, not headlined. Its dissenters are silenced, not praised. No expenditure is questioned, no rumor is printed, no secret is revealed. It conducts the Cold War, in short, with a war-time discipline no democracy would ever hope or wish to match.

Nevertheless, every democracy recognizes the necessary restraints of national security–and the question remains whether those restraints need to be more strictly observed if we are to oppose this kind of attack as well as outright invasion.

For the facts of the matter are that this nation’s foes have openly boasted of acquiring through our newspapers information they would otherwise hire agents to acquire through theft, bribery or espionage; that details of this nation’s covert preparations to counter the enemy’s covert operations have been available to every newspaper reader, friend and foe alike; that the size, the strength, the location and the nature of our forces and weapons, and our plans and strategy for their use, have all been pinpointed in the press and other news media to a degree sufficient to satisfy any foreign power; and that, in at least in one case, the publication of details concerning a secret mechanism whereby satellites were followed required its alteration at the expense of considerable time and money.

The newspapers which printed these stories were loyal, patriotic, responsible and well-meaning. Had we been engaged in open warfare, they undoubtedly would not have published such items. But in the absence of open warfare, they recognized only the tests of journalism and not the tests of national security. And my question tonight is whether additional tests should not now be adopted.

The question is for you alone to answer. No public official should answer it for you. No governmental plan should impose its restraints against your will. But I would be failing in my duty to the nation, in considering all of the responsibilities that we now bear and all of the means at hand to meet those responsibilities, if I did not commend this problem to your attention, and urge its thoughtful consideration.

On many earlier occasions, I have said–and your newspapers have constantly said–that these are times that appeal to every citizen’s sense of sacrifice and self-discipline. They call out to every citizen to weigh his rights and comforts against his obligations to the common good. I cannot now believe that those citizens who serve in the newspaper business consider themselves exempt from that appeal.

I have no intention of establishing a new Office of War Information to govern the flow of news. I am not suggesting any new forms of censorship or any new types of security classifications. I have no easy answer to the dilemma that I have posed, and would not seek to impose it if I had one. But I am asking the members of the newspaper profession and the industry in this country to reexamine their own responsibilities, to consider the degree and the nature of the present danger, and to heed the duty of self-restraint which that danger imposes upon us all.

Every newspaper now asks itself, with respect to every story: «Is it news?» All I suggest is that you add the question: «Is it in the interest of the national security?» And I hope that every group in America–unions and businessmen and public officials at every level– will ask the same question of their endeavors, and subject their actions to the same exacting tests.

And should the press of America consider and recommend the voluntary assumption of specific new steps or machinery, I can assure you that we will cooperate whole-heartedly with those recommendations.

Perhaps there will be no recommendations. Perhaps there is no answer to the dilemma faced by a free and open society in a cold and secret war. In times of peace, any discussion of this subject, and any action that results, are both painful and without precedent. But this is a time of peace and peril which knows no precedent in history.

II

It is the unprecedented nature of this challenge that also gives rise to your second obligation–an obligation which I share. And that is our obligation to inform and alert the American people–to make certain that they possess all the facts that they need, and understand them as well–the perils, the prospects, the purposes of our program and the choices that we face.

No President should fear public scrutiny of his program. For from that scrutiny comes understanding; and from that understanding comes support or opposition. And both are necessary. I am not asking your newspapers to support the Administration, but I am asking your help in the tremendous task of informing and alerting the American people. For I have complete confidence in the response and dedication of our citizens whenever they are fully informed.

I not only could not stifle controversy among your readers–I welcome it. This Administration intends to be candid about its errors; for as a wise man once said: «An error does not become a mistake until you refuse to correct it.» We intend to accept full responsibility for our errors; and we expect you to point them out when we miss them.

Without debate, without criticism, no Administration and no country can succeed–and no republic can survive. That is why the Athenian lawmaker Solon decreed it a crime for any citizen to shrink from controversy. And that is why our press was protected by the First Amendment– the only business in America specifically protected by the Constitution- -not primarily to amuse and entertain, not to emphasize the trivial and the sentimental, not to simply «give the public what it wants»–but to inform, to arouse, to reflect, to state our dangers and our opportunities, to indicate our crises and our choices, to lead, mold, educate and sometimes even anger public opinion.

This means greater coverage and analysis of international news–for it is no longer far away and foreign but close at hand and local. It means greater attention to improved understanding of the news as well as improved transmission. And it means, finally, that government at all levels, must meet its obligation to provide you with the fullest possible information outside the narrowest limits of national security–and we intend to do it.

III

It was early in the Seventeenth Century that Francis Bacon remarked on three recent inventions already transforming the world: the compass, gunpowder and the printing press. Now the links between the nations first forged by the compass have made us all citizens of the world, the hopes and threats of one becoming the hopes and threats of us all. In that one world’s efforts to live together, the evolution of gunpowder to its ultimate limit has warned mankind of the terrible consequences of failure.

And so it is to the printing press–to the recorder of man’s deeds, the keeper of his conscience, the courier of his news–that we look for strength and assistance, confident that with your help man will be what he was born to be: free and independent.




Αρχική Σελίδα

Facebook group

Και η εκκλησία να πληρώσει στο Κτηματολόγιο

The Venus Project

Trace

Visit The Real News

Οι επισκέψεις σας


web counter

Από τις 30.11.2008

Track ip

The Zeitgeist Movement

The Zeitgeist Movement

The Venus Project

The Venus Project
Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Church of the Flying Spaghetti Monster

STOP THE WAR !

Προσοχή!!! Άθεοι.

Κυκλοφορούν άθεοι ανάμεσά μας. Είναι επικίνδυνοι και προσπαθούν να προσηλυτίσουν και τους θρήσκους ανθρώπους στις δαιμονικές τους απόψεις. Εάν τους δείτε ή αντιληφθείτε οποιαδήποτε κίνησή τους, να τους επιτεθείτε ανελέητα, διότι αποτελούν μιάσματα και σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες μεταδίδουν επικίνδυνους ιούς. Εγώ είμαι χριστιανός ορθόδοξος και περίτρανη απόδειξη η παλιά μου ταυτότητα που μου κατάργησε το φασιστικό ελληνικό κράτος για να σβήσει το θρήσκευμα στο οποίο βαπτίστηκα με τη συγκατάθεσή μου όταν ήμουν 10 μηνών.

Δημοφιλή κλικ

  • Κανένα

Blog Stats

  • 8,299 hits